Οι καθηγητές μας μάς είχαν εξάρει την ποιότητα των σπουδών μας και μας διαβεβαίωναν ότι εμείς θα ήμασταν οι αυριανοί ηγέτες. Το πτυχίο που κρατάγαμε στα χέρια μας θα άνοιγε όλες τις πόρτες και μας έδινε την δυνατότητα να συμβάλλουμε στη διακυβέρνηση μέσα από υψηλά αμοιβόμενες συμβουλευτικές και διοικητικές θέσεις. Η αυτοπεποίθηση μας ήταν στο maximum. Η αισιοδοξία μας στο ζενίθ.
Συμμετείχαμε σε Ημέρες Καριέρας και περάσαμε από απαιτητικές συνεντεύξεις. Η κάθε εταιρεία είχε τα δικά της τεστ από μαθηματικών και γλωσσικών δεξιοτήτων έως IQ και ψυχομετρικά. Δεν ήταν εύκολα όμως τα καταφέραμε. Βρεθήκαμε σε πολυεθνικές εταιρείες τροφίμων, προϊόντων τεχνολογίας, κινητής τηλεφωνίας. Άλλοι σε εταιρείες ορκωτών λογιστών, άλλοι σε διαφημιστικές, άλλοι σε τράπεζες. Και μπήκαμε στο παιχνίδι.

Αρχίσαμε να δουλεύουμε σκληρά με την πίστη ότι ο μόνος δρόμος ήταν προς τα πάνω. Οι μισθοί μας θα αυξάνονταν σταδιακά και θα έφταναν στα μεγάλα νούμερα που μας είχαν υποσχεθεί. Και πραγματικά μόνη μας προτεραιότητα ήταν η δουλειά. Χτυπάγαμε ωράρια που ξεπερνούσαν το 8ωρο γιατί επενδύαμε στην καριέρα μας.
Ήμασταν όλη μέρα στους δρόμους σε ραντεβού, στα τηλέφωνα –σταθερά και κινητά-, πάνω από τους υπολογιστές μας απαντώντας σε e-mail και στέλνοντας προσφορές σε πελάτες. Όλη μέρα στη δράση, στην ένταση, στα deadline, στην τσίτα!
Το βραδάκι όμως ξεσκάγαμε. Μπαίναμε στις ακριβές αυτοκινητάρες μας, για κάποιους εταιρικές, για κάποιους αγορασμένες με δάνεια και πηγαίναμε στο Κολωνάκι για ποτάκι ή για να τσιμπήσουμε κάτι παρέα με φίλους σε κάποιο μοδάτο εστιατόριο. Ή σινεμά, ή θέατρο. Ζούσαμε δυναμικά. Κάναμε networking και χρησιμοποιούσαμε όποιον γνωστό μας είχαμε ανάλογα με το θέμα. Για να προσεγγίσουμε έναν μελλοντικό πελάτη, για να προωθήσουμε ένα βιογραφικό σε μια θέση που άνοιγε, για να αντλήσουμε πληροφορίες για άτομα και εταιρείες. Και ξοδεύαμε.
Ξοδεύαμε, γιατί για να εμφανιστούμε στις εταιρείες έπρεπε να έχουμε και το ανάλογο executive στυλ. Να φοράμε ακριβά ρούχα ή τουλάχιστον ρούχα που να δείχνουν ακριβά. Υπήρχε ένα σιωπηρό dress code. Για να ανήκουμε στους ισχυρούς έπρεπε να εμφανιζόμαστε ισχυροί μέσα από τα ταγιέρ και τα κουστούμια μας, με τις μεταξωτές γραβάτες μας και τις δερμάτινες τσάντες μας, με τα ιταλικά τακούνια μας και τα filofax μας μέσα στα οποία με ακριβές πένες γράφαμε τα ραντεβού μας.
Και πληρώναμε με τις πιστωτικές μας κάρτες. Και αγοράζαμε μάρκες και σχεδιαστές από τα mall, από τα καταστήματα της Κηφισιάς ή της Γλυφάδας. Και ζούσαμε μια ζωή πλούσια και γεμάτη εμπειρίες. Και αισιοδοξία πολλή. Γιατί βλέπαμε την κορυφή και θέλαμε να τη φτάσουμε. Και όσο αυξανόταν η δουλειά, τόσο αυξανόταν και η διασκέδαση.

Πηγαίναμε στα μπουζούκια σε γνωστούς τραγουδιστές και κλείναμε τραπέζια. Γνωρίζαμε τον μετρ και μας έβαζε μπροστά. Ξοδεύαμε ποσά σε μπουκάλια ουίσκυ και γαρύφαλλα. Ήμασταν large και οι γκόμενες έπεφταν σαν ώριμοι καρποί από τα δέντρα. Ή ανεβαίναμε στα τραπέζια να λικνίσουμε τους γοφούς μας με ένα τσιφτετέλι φορώντας καυτά μίνι και έχοντας πολύ οξυζενέ στα μαλλιά.
Το αλκοόλ έρεε άφθονο, τα σφηνάκια έπεφταν βροχή, όπως και οι ερωτικές προτάσεις. Και πηγαίναμε στα club και χορεύαμε ξέφρενα και ερωτευόμασταν και απογοητευόμασταν ξανά και ξανά. Ζωή στα όρια. Άγχος στο μηδέν. Το άγχος ανήκε στις Δευτέρες όχι στα Σαββατοκύριακα.
Τις Δευτέρες όμως επιστρέφαμε στη δουλειά ανανεωμένοι, έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε μια ακόμα βδομάδα με προβλήματα: οι πωλήσεις έπρεπε να αυξηθούν, ο τζίρος να τριπλασιαστεί, να προσελκύσουμε νέους πελάτες για τα προϊόντα μας, να στύψουμε το μυαλό μας για να βγάλουμε τη νέα διαφημιστική καμπάνια, το νέο logo που θα αφήσει εποχή και θα φέρει τον ποθητό πακτωλό χρημάτων. Οι επαφές έπρεπε να αυξάνονται, οι προσφορές έπρεπε να κλείνουν όχι να μένουν σε εκκρεμότητα, τα τηλεφωνήματα και τα meeting να γίνονται πιο αποτελεσματικά σε συντομότερο χρονικό διάστημα. Αλλιώς τι στέλεχος είσαι; Ποια είναι η αξία σου αν δεν φέρνεις νούμερα; Πως θα είσαι παραγωγικός αν δεν κάθεσαι μέχρι τις 10 το βράδυ στο γραφείο;; Γιατί σε προσέλαβα, αν δεν έχεις καινούριες, πρωτοποριακές, καινοτόμες ιδέες να μου προσφέρεις;;;

Και τα βγάζαμε πέρα. Και κάποιες ιδέες μας ήταν πετυχημένες. Και αφού ήμασταν κοινωνικοί οι επαφές μας απέδωσαν. Και ήρθαν και τα bonus. Και οι προαγωγές. Από Brand manager, σε Senior product manager, σε Μarketing Director assistant. Από Sales & Market development executive σε Director of Sales. Aπό Junior Accountant σε Financial Controller Consultant. Kαι πάει λέγοντας. Και πήραμε και κάποια αύξηση. Οι προσδοκίες μας επιβεβαιώνονταν.
Η πορεία μας ήταν ανοδική. Είχαμε χρήμα για ξόδεμα και τρόπους να το ξοδέψουμε: σε γιγαντιαίες τηλεοράσεις για να βλέπουμε τα πρωταθλήματα, σε πανάκριβες παιχνιδομηχανές για να ξεφεύγουμε λίγο, σε καλύτερα αυτοκίνητα, νοικιάζοντας σπίτια σε ακριβές μουράτες γειτονιές. Κάθε βδομάδα κομμωτήριο, κάθε μήνα pedicure και αποτρίχωση, νέα ρούχα για shopping therapy και ακριβές θεραπείες σε ινστιτούτα αισθητικής. Χιλιάδες ευρώ επενδυμένα στη ματαιοδοξία μας, στο όνειρο ενός lifestyle, μιας ζωής που δεν τη βλέπαμε μόνο στην τηλεόραση και στις ταινίες, αλλά τη ζούσαμε κιόλας. Νιώθαμε πραγματικοί star.

Μπορεί να είδατε τα εκστασιασμένα από τον ενθουσιασμό πρόσωπά μας στις κουτσομπολίστικες φυλλάδες, στις κοσμικές στήλες των αναρίθμητων περιοδικών. Μπορεί να μας πήραν συνέντευξη τηλεοπτικά κανάλια ενώ χτυπιόμασταν στα club της Μυκόνου ή λιαζόμασταν στις παραλίες της πίνοντας κοκτέηλ και δηλώναμε ότι «περνάμε υπέροχα!» ή ότι «διασκεδάζουμε αφάνταστα!». Καλοκαιρινές διακοπές στον ίδιο μπιτάτο ρυθμό: πρωινό, καφές, παραλία, beach bar, φαγητό, χορός, ξενύχτι, ελάχιστος ύπνος και πάλι από την αρχή. Διακοπές όπως δουλειά: με τέρμα τα γκάζια.
Και τα Χριστούγεννα σε χειμερινά θέρετρα. Αράχωβα για σκι. Κατόπιν jacuzzi ζεστό σε χλιδάτο ξενοδοχείο, για να χαλαρώσουν οι μύες. Ταβέρνα, κοψίδι, κρασοκατάνυξη. Μπαράκι, τσαγάκι, ρακομελάκι. Τζακάκι, γκομενάκι, σεξάκι.
Και να΄σου τα φλας να αστράφτουν!! Ψηφιακές φωτογραφικές, βιντεοκάμερες, κινητά… Απαθανατίζαμε ο ένας τον άλλον, ατελείωτα. Χολιγουντιανή υπερπαραγωγή, τουλάχιστον. Αφήσαμε ιστορία στα μαγαζιά. Κάναμε μεγάλη «ζημιά».
Και επιστροφή στο γραφείο. Έπρεπε να βγει το budget, να κατατεθεί ο απολογισμός της χρονιάς και ο προϋπολογισμός της επόμενης. Να γίνει το action plan, το business plan, το marketing plan. Να κάνουμε παρουσιάσεις. Να οργανώσουμε σεμινάρια. Να προγραμματίσουμε events. «Έχουμε meeting με τους προμηθευτές». «Έχουμε video call με τη διαφημιστική». «Έχουμε webinar με τα κεντρικά». Αυξάνονταν οι ευθύνες, αυξανόταν και το άγχος.

Και νά’ ταν μόνο αυτά;; Είχαμε και τον συνάδελφο που τα ’ξυνε και φόρτωνε σε εμάς τις αρμοδιότητες του οι οποίες αν δεν γίνονταν μπλόκαρε η δική μας η δουλειά. Είχαμε και την άσχετη χαζογκόμενα συνάδελφο που έμενε στη θέση της όχι επειδή το άξιζε και σκιζόταν όπως εμείς, αλλά επειδή είχε μέσον στη διοίκηση της εταιρείας. Είχαμε και την ισχυρή προϊσταμένη η οποία πηδιόταν με έναν παραπάνω διευθυντή και είχε μπαστακωθεί εκεί να μας κάνει τη ζωή πατίνι και να μας ξεφτιλίζει καθημερινά με τον άσχημο χαρακτήρα της και την απαξιωτική συμπεριφορά της. Να μην ξεχάσω βέβαια και το μάγκα συνάδελφο που είχε βάλει στόχο να προωθηθεί χρησιμοποιώντας κάθε γνωστό και άγνωστο τρόπο ρουφιανιάς και υπονόμευσης της δουλειάς του άλλου.
Τι να κάνουμε κι εμείς τα φτωχά εργατικά μυρμηγκάκια που περιμέναμε τον προϊστάμενο να αναγνωρίσει τους κόπους μας ενώ εμείς δυσκολευόμασταν να προβάλλουμε τη δουλειά και τα προσόντα μας και αρκούμασταν στα ψιχουλάκια μισθού που μας παραχωρούσαν; Ζούσαμε και αναπνέαμε σε ένα βαθειά τοξικό και διαπλεκόμενο περιβάλλον, στο οποίο η δύναμη επιρροής μας ήταν μικρή. Παρατηρούσαμε με θυμό και νιώθαμε το παιχνίδι να παίζεται με βρώμικους κανόνες που τελικά θα στρέφονταν εναντίον μας γιατί εμείς δεν ήμασταν και δεν μπορούσαμε να γίνουμε έτσι. Κάπως έτσι αρχίσαμε τους ψυχολόγους, τα σεμινάρια αυτογνωσίας, το τσιγάρο, τη βουλιμία, το αλκοόλ, το πολύ σεξ.
Κάποιοι παντρεύτηκαν, έκαναν παιδιά, απάτησαν τις γυναίκες τους, χώρισαν. Κάποιοι άλλοι παρέμειναν παντρεμένοι λόγω οικονομικών συμφερόντων και συνέχισαν να απατούν τις γυναίκες τους.
Κάποιες δεν παντρεύτηκαν ποτέ, κυνηγούσαν την καριέρα και περίμεναν να γίνουν μάνες σε καλύτερες εποχές που το περιβάλλον δεν θα ήταν τόσο ανταγωνιστικό. Κάποιες δεν παντρεύτηκαν ποτέ, γιατί δεν βρήκαν ποτέ την ιδανική σχέση που θα τις κάλυπτε.
Και πέρασαν τα χρόνια. Και ωριμάσαμε. Και ξυπνήσαμε. Και διεκδικήσαμε. Και αλλάξαμε δουλειές. Και βρεθήκαμε σε λίγο πολύ παρόμοια περιβάλλοντα και ξαναδοκιμάσαμε. Και αποτύχαμε. Και πέσαμε. Και ξανασηκωθήκαμε. Και πάντα πιστεύαμε ότι τα πράγματα θα πήγαιναν μόνο προς το καλύτερο. Μόνο προς τα πάνω.
Και μετά ήρθε η κρίση. Δεν το καταλάβαμε αμέσως, ότι το τρένο της ανάπτυξης έκοψε ταχύτητα, κι ότι σιγά σιγά θα κατεβαίναμε από αυτό. Οι δουλειές δεν τσούλαγαν. Οι πωλήσεις δεν αύξαιναν. Οι τζίροι κατρακυλούσαν. Ήταν θαύμα εάν καταφέρναμε να τους κρατήσουμε σταθερούς. Προσπαθούσαμε αλλά δεν ήμασταν και ταχυδακτυλουργοί, να βγάζουμε έσοδα-κουνέλια, από εταιρικά προϊόντα-καπέλα.
Γιατί αν είχαμε το μαγικό ραβδί, οι εργοδότες θα μας λάτρευαν για την προσωπικότητά μας και το ζήλο μας και θα εκτιμούσαν τον ιδρώτα που χύσαμε γι αυτούς και τις εργατοώρες που θυσιάσαμε. Δεν θα μας απέλυαν βάσει αποτελεσμάτων και στατιστικών «που μας αναγκάζουν να κλείσουμε το τμήμα/την παραγωγή». Λόγω περικοπών και μείωσης κόστους, γιατί ήμασταν «υψηλόμισθοι». Γιατί επέστρεψε μια έγκυος από την άδεια μητρότητας και δεν υφίσταται πλέον η θέση. Γιατί πήραμε εντολή από τα κεντρικά να μειώσουμε το προσωπικό. Γιατί γίνεται συγχώνευση με άλλη εταιρεία. Γιατί…γιατί..γιατί….
Έτσι μείναμε άνεργοι! Η αυτοπεποίθηση μας στο minimum! Η αισιοδοξία μας στο ναδίρ!

Γυρίσαμε στη μαμά μας. Κλειστήκαμε στο σπίτι μας. Μετανιώσαμε για τις σπατάλες που κάναμε. Για την αποταμίευση που δεν κάναμε. Μα τότε όλα μας φαίνονταν φυσιολογικά. Έτσι ζούσαν όλοι. Αυτό ήταν το όνειρο. Τι πήγε στραβά;; Τι καταλάβαμε λάθος;; Η μόνη κατεύθυνση ήταν προς τα πάνω. Η κορυφή ήταν τόσο κοντά. Που χάλασε το σχέδιο; Πώς ξεγελαστήκαμε έτσι;
Δεν ξέρω αν έφταιξαν οι κυβερνήσεις μας, ο καπιταλισμός, μια παγκόσμια συνομωσία σκοτεινών κύκλων ή κι εμείς που «μαζί τους τα φάγαμε». Ξέρω μόνο ότι άλλαξε η πραγματικότητά μας και ξαφνικά μια μέρα ξυπνήσαμε.
Άλλαξαν τα κριτήρια μας. Το ακριβό πρώτα σήμαινε ποιότητα και το φθηνό ήταν ύποπτο. Τώρα το ακριβό ήταν απλησίαστο και το φθηνό η μόνη επιλογή. Κάναμε πράγματα που παλαιότερα θα μας φαίνονταν αδιανόητα: αγοράσαμε κουζινικά από τη λαϊκή και ρούχα από το super market! Αγωνιστήκαμε να βγάλουμε το μήνα μόνο με το ταμείο ανεργίας. Νύχια και μαλλιά αφέθηκαν στις δικές μας ικανότητες που δεν πλησίαζαν ούτε κατά διάνοια αυτές της αισθητικού και της κομμώτριας.
Πάνε τα «πρώτα τραπέζια πίστα» στους λαϊκούς τραγουδιστές. Πάνε οι φιάλες στα club. Πάνε οι σπιταρώνες και οι κουρσάρες με δάνειο. Από τη μία οι δόσεις που δεν πληρώνονταν χωρίς μισθό, απ’ την άλλη η συνεχώς αυξανόμενη τιμή της βενζίνης άδειασαν τα ντεπόζιτα από τις τεχνητές ανάγκες και επιθυμίες μας. Καταθέσαμε τις πινακίδες και κάναμε διακανονισμούς για να μην μας πάρει τα σπίτια η τράπεζα.
Τριγυρνάμε με το μετρό, με τα πόδια, με ποδήλατο. Πάνε τα cd, τα dvd, τα βιβλία που αγοράζαμε με τις ντουζίνες. Πάνε τα περιοδικά και οι εφημερίδες.
Τώρα είμαστε προσκολλημένοι σε ένα internet για τα πάντα: ενημέρωση, δικτύωση, ψυχαγωγία. Downloading, και άγιος ο θεός.
Πάνε τα gourmet εστιατόρια, τα ακριβά κρασιά, και οι γευσιγνωσίες. Πάνε οι συναυλίες, τα θέατρα, οι νύχτες πρεμιέρας. Αντίο ακριβές διακοπές…. Θα΄μαστε τυχεροί αν καταφέρουμε το καλοκαίρι να πάμε σε κάποιο νησί της άγονης γραμμής ή έστω μέχρι το Αγκίστρι.
Διαζύγια που δεν πήραμε, άντρες που δεν παντρευτήκαμε. Σχέσεις λάθος που δεν διακόψαμε, αποφάσεις που αναβάλλαμε, εργοδότες που ανεχτήκαμε, φιλίες που δεν κρατήσαμε ….όλα μπαίνουν στη ζυγαριά.
Όλα μπαίνουν στη ζυγαριά, γύρω από ένα τραπέζι με φαγητό μαγειρεμένο από τα χεράκια μας, παρέα με τους λίγους πραγματικούς μας φίλους σε μια ουσιαστική κουβέντα από καρδιάς.

Αργότερα, μόνοι στον καναπέ μας, τυλιγμένοι σε δύο κουβέρτες κι ένα fleece -γιατί θέρμανση δεν υπάρχει πια- πατάμε μηχανικά τα κανάλια του τηλεκοντρόλ και κοιτάμε την οθόνη χωρίς να βλέπουμε…. Μέσα στα υγρά μας μάτια αναδύονται παλιές αγαπημένες συνήθειες και μπερδεύονται με τις διαφημίσεις, εικόνες μιας άλλης ζωής που πέρασε, μιας γρήγορης ζωής σαν τηλεόραση… και αναπολούμε αυτό που ήμασταν κάποτε….Τότε που ήμασταν μανατζαραίοι!
Κι ας ξέρουμε πως ήταν μόνο ένα κομμάτι του αληθινού εαυτού μας που σύντομα θα κληθούμε να ανακαλύψουμε ξανά.

No Comments